σανμιγκουελία

η, Ν
(παλαιοβοτ.) γένος απολιθωμένων φυτών το οποίο οι παλαιοβοτανικοί αναπαράστησαν βάσει αποτυπωμάτων τών φοινικόμορφων φύλλων που ανακαλύφθηκαν σε πετρώματα τού μέσου και τού άνω τριαδικού στο Κολοράντο τών ΗΠΑ και το οποίο πιθανώς μπορεί να συγκαταλέγεται μεταξύ τών πρώτων αγγειοσπέρμων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. νεολατ. sanmiguelia].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.